Χοιροσφάγια – γουρνοχαρές

Στο χωριό, όπως και σε πολλά μέρη της Ελλάδας τις μέρες των Χριστουγέννων έσφαζαν τα γουρούνια. Στα γουρουνοσφάγια σύμφωνα με τα γνωστά παραδοσιακά έθιμα κάθε σπιτικό καλούσε συγγενείς, φίλους και γείτονες που θα συμμετείχαν σ’ αυτή τη μικρή οικογενειακή γιορτή. Αφού έσφαζαν το ζώο, το έπλεναν καλά και μαδούσαν σχολαστικά τις τρίχες με κοφτερά μαχαίρια. Τα παιδιά ανυπόμονα περίμεναν να βγει η φούσκα (ουροδόχος κύστη). Τη φούσκωναν, έβαζαν μέσα μερικά σπυριά αραποσίτι, την κυλούσαν στη ζεστή στάχτη για να στεγνώσει από τα υγρά και το μπαλόνι ήταν έτοιμο, ανθεκτικό για σκληρό παιχνίδι.Από τα λεπτά έντερα έφτιαχναν τα λουκάνικα. Με το λίπος τσιγάριζαν λουκάνικα και κομμάτια από κρέας, μπαχαρικά και τριμμένες φλούδες πορτοκαλιού για άρωμα κι έφτιαχναν το παστό. Το κάλυπταν με παχύ στρώμα λίπους και το έβαζαν προσεκτικά σε μεγάλα πήλινα κιούπια. Αυτό πάγωνε και αλατισμένο όπως ήταν, μπορούσε να συντηρηθεί όλο το χρόνο. Ακόμα έφτιαχναν και την πηχτή. Έβραζαν τα πόδια και το κεφάλι του χοιρινού καλά και αφαιρούσαν τα κόκκαλα. Το κρέας που έμενε, μαζί με τη γλώσσα, τα αυτιά, τα γλυκάδια, τα μάγουλα, τα μούκουλα, τα έκοβαν σε μικρά κομματάκια και με μπόλικο σκόρδο, αλάτι, ξίδι και ζουμί, το άφηναν να παγώσει. Ήταν ένας ξεχωριστός και μοναδικός μεζές.                                                                                                                          Στα περασμένα χρόνια, τις ανάγκες των ανθρώπων σε κρέας τις κάλυπταν κυρίως με το χοιρινό. Όταν χρειαζόταν και δεν υπήρχε τίποτα να μπει στο τσουκάλι, η  νοικοκυρά κατέφευγε στη “λαήνα” με το παστό, και ο μυρωδάτος “καγιανάς” την έβγαζε πάντα ασπροπρόσωπη.  Πέρα όμως από το κρέας, το χοιρινό έδινε κι άλλα υλικά που ήταν χρήσιμα στην οικογένεια, όπως το σαπούνι που έφτιαχναν από το περισσευούμενο λίπος. Το δέρμα απ’ όπου έκαμαν γερά και ανθεκτικά παπούτσια, τα γνωστά γουρουνοτσάρουχα. Καθώς και το βασιλικό (άκαφτο και ανάλατο λίπος) που χρησιμοποιούσαν σαν γιατροσόφι, αλλά σε πολλές άλλες χρήσεις στην καθημερινή ζωή.