Ιούλιος, ο Αλωνάρης της παράδοσης…

Ιούλιος ο Αλωνάρης, ο Αηλιάς, ο Φουσκομηνάς,  ο Γυαλιστής. Πολλές είναι ο γιορτές που έχει ο Ιούλιος και αρκετές είναι αφιερωμένες σε Αγίους που σχετίζονται με την ίαση όπως οι Άγιοι Ανάργυροι Κοσμάς και Δαμιανός (που ήταν γιατροί) στην πρώτη του μήνα, η γιορτή της θεραπεύτριας Αγίας Κυριακής στις 7, η μνήμη της Αγίας Μαρίνας για την ίαση των άρρωστων παιδιών, η Αγία Παρασκευή που σύμφωνα με την παράδοση θεραπεύει τις παθήσεις των ματιών στις 26 του μήνα και ο Άγιος Παντελεήμονας στις 27 ο οποίος ασκούσε φιλανθρωπική ιατρική και ως εκ τούτου θεωρείται ιαματικός Άγιος.

Το εισόδημο στο Μόλυβο – εν Μυτιλήνη έργο Θεόφιλου Χατζημιχαήλ

Σύμφωνα με μια παράδοση που αναφέρει ο Γεώργιος Ν. Αικατερινίδης: Ο προφήτης Ηλίας, είναι συνδεδεμένος και με τις βροχές και με τις κορυφές των βουνών. Σε κάθε περιοχή θα βρούμε κι από ένα ξωκλήσι του. Από την αρχαιότητα άλλωστε οι κορυφές ήταν κέντρα λατρείας και ταυτίζονταν με τον Δία που ήταν επίσης και θεός των μετεωρολογικών φαινομένων, που οι νεοέλληνες, αλλά και οι Σλάβοι, αποδίδουν και στον προφήτη Ηλία. Ακόμη…. «Οι βροχές και τ’ αστροπελέκια από τον προφήτη Ηλία γίνονται. Ξαπλώνει στα σύννεφα και κοιμάται, όταν είναι να καλοσυνέψει ο καιρός. Μα όταν είναι για νερό, τρέχει με τ’ αμάξι του στον ουρανό και γι’ αυτό βροντάει… Όταν βροντάει, είναι που με το πύρινο αμάξι του κυνηγάει τη Λάμια να τη σκοτώσει, για να μην καταστρέψει τα σπαρτά των ανθρώπων. Οι αστραπές που πέφτουνε τότες είναι οι πύρινες σαγίτες που ρίχνει στη Λάμια ο άγιος».

Από την αναβίωση του θερισμού στην Καρύταινα – 12/07/2018

Στ ἁλώνια

Στ ἁλώνια, καλοσάρωτα καὶ ξεχορταριασμένα,

θὰ ξαπλωθοῦν οἱ θημωνιές, ξανθόμαλλες πλεξίδες.

Τὰ στάχυα τρίβει καὶ μασᾶ περνώντας ἡ ροκάνα,

πλατάνι τὸ σαγόνι της, τὰ δόντια της στουρνάρια.

Τὰ βόδια σέρνουν τὸ θεριό, ζευγαρωτὰ δεμένα

καὶ δαμασμένο τὸ πατᾶ, τὰ βόδια κυβερνώντας

ὡραία ἁρματοδρόμισσα, λαμπαδωτὰ στημένη.

Στὰ χείλη της ὁ σάλαγος γλυκόφωνο τραγούδι,

στὰ χέρια της ἀπόνετο καλάμι εἶν’ ἡ βουκέντρα.

Ὁ νοικοκύρης τ’ ἁλωνιοῦ, μὲ τὸ κρασὶ στὸ γόνα

κερνᾶ τοὺς ξένους, ποὺ περνοῦν καὶ κράζει τοὺς γειτόνους·

κι’ ἕνας λυράρης, παίζοντας τυφλός, τυφλὰ τὴ λύρα,

μοιράζει εὐχὲς γιὰ τὴ σοδειά, κάθε φορὰ ποὺ πίνει.

Κι ἀρχίζει τὸ ξανέμισμα τῆς νύχτας μὲ τ’ ἀπόγειο·

σύννεφο ἀπ’ τὰ ξυλόφτυαρα, στὰ οὐράνια ἀναπετώντας,

τ’ ἄχυρο φεύγει ἀνάλαφρο καὶ τὸ σιτάρι πέφτει

γύρω στὸ φῶς τῶν φαναριῶν, χρυσὴ ψιχάλα ἀπ’ τ’ ἄστρα.

Γεώργιος Δροσίνης